Site icon Inverso – Giornale di poesia

Antónis Antonákos | Poesie

a cura di Costis Papazak
in collaborazione con Exitirion
traduzioni di Maria Allo


Antologia di Poeti Greci contemporanei
secondo Sotirios Pastakas


EPITAFFIO SU UN CASINARO NELLA NECROPOLI DI ATENE

Ero un borghese profano
-uomo d’azione –
la sinistra mi chiamava casinaro
la destra mi chiamava artista della distruzione
Finché non scoppiò la piaga della teoria
ho sparato sputi nei teatri e nei cinema
ho urinato nei giardini delle vergini
Nei caffè di Skoufa  Kolonaki e Striscianti
ho elemosinato un biscotto
a naftalina per la poesia
Il Comune di Atene ha messo una taglia sulla mia testa
Mi ha chiamato arrivista e sognatore di strada
schiavo della fica
carcinoma erotico
nell’ostrica di una Svetlana
Ma io ero un borghese profano
-uomo d’azione –
mi hanno scaldato
i gas lacrimogeni
le bestemmie
l’eco dei gemiti
e la rabbia degli spermatozoi

Ho potuto vedere dai piani superiori della torre di Atene
i ragazzi d’oro
mettere in risparmio
le masturbazioni in sacchetti di ghiaccio
ho visto i ministri
accarezzare i terremoti
ficcare le dita in teneri zingari
insegnanti in pensione
preparare il mazzo da cinque euro
per inserirlo nella fessura
Vedevo il cioccolato
passare di mano in mano
per addolcire il drogato
Io, il borghese profano
che giace qui morto e risorto
Rinuncio alle raffinerie di Asprópirgos
Rinuncio al porto del Pireo
Rinuncio all’economia nazionale
all’ambasciata Americana
all’imperialismo cinese
Rinuncio a cemento e catrame
Scavo in profondità con lo scalpello
per ritrovarti terra pianeta indifferente universo
per baciare la vulva sulla bocca
per bere Violenza

della tua fresca adolescenza 

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΜΠΑΧΑΛΑΚΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΝΕΚΡΟΠΟΛΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

Υπήρξα βέβηλος αστός
-παιδί της πράξης-
οι αριστεροί με λέγαν μπαχαλάκια
οι δεξιοί αρτίστα της καταστροφής
Ως να ξεσπάσει ο λοιμός της θεωρίας
ροχάλες έριχνα στα θέατρα στα σινεμά
ουρούσα στα παρτέρια των παρθένων
Εις τα καφέ Σκουφά Κολωνακίου και Ερπετών
ζητιάνευα μπισκότο
ναφθαλίνη για το ποίημα
Ο Δήμος Αθηναίων με επικήρυξε
με είπε αριβίστα και όνειδος των δρόμων
μουνόδουλο
ερωτικό καρκίνωμα
στο στρείδι μιας Σβετλάνας
Όμως εγώ υπήρξα βέβηλος αστός
-παιδί της πράξης-
με ζέσταιναν
τα δακρυγόνα
οι βρισιές
η ηχώ των βογκητών
και η λύσσα των σπερμάτων
Έβλεπα στα υπερώα του πύργου Αθηνών
τα γκόλντεν μπόιζ
να αποταμιεύουνε
αβνανισμό σε παγοκύστες
Έβλεπα να χαϊδολογούν σεισμούς
οι υπουργοί
να βάζουν δάχτυλα σε τρυφερά γυφτάκια
συνταξιούχοι δάσκαλοι
να κάνουν το πεντάευρω μασούρι
για να χωρέσει στη σχισμή
Έβλεπα τη σοκολάτα
να γυρνά από χέρι σε χέρι
για να γλυκάνει τη μαστούρα
Εγώ ο βέβηλος αστός
που κείτομαι εδώ νεκρός και νεκραναστημένος
Αποκηρύσσω τα διυλιστήρια Ασπροπύργου
Αποκηρύσσω τον λιμένα Πειραιώς
Αποκηρύσσω την εθνική οικονομία
Την αμερικάνικη πρεσβεία
Τον κινέζικο ιμπεριαλισμό
Αποκηρύσσω τα τσιμέντα και τις πίσσες
Σκάβω με το λοστό βαθειά
να βρω νερό
να βρω ξανά εσένα χώμα γη υπερφίαλο σύμπαν
να φιλήσω το αιδοίο σου στο στόμα
τη δροσερή εφηβεία σου Βία
να πιω

HO VISTO E VISTO

Ho visto il nevo della fame sessuale
e l’occhio dolorante del fallo lascivo
Ho visto il bacio selvaggio del sole
risvegliare i capezzoli enormi
Ho visto la vecchia Lolita
bere oppio dalle mani del suo stregone
prostituirsi
con il prete del quartiere
il maresciallo pazzo di anima
Ho avuto vertigini dovute all’assunzioni di alcolici
Come scrivono poesie alle ragazze di campagna
I provinciali volgari venditori di ormoni poetici
Gli avvocati che mescolano i veleni
Ho visto l’ematuria del crocifisso
sulla Madonnina glabra
Ti ho visto, fica che mi hai messo al mondo.
contorcerti sugli schermi
Vi ho visto, fottute regine
casalinghe con catene d’oro
assaporare i succhi della vostra schiavitù
trafiggere la carne con orribili veglie

ΕΙΔΑ ΚΑΙ ΕΙΔΑ

Είδα την κρεατοελιά της σεξουαλικής πείνας
και το πονεμένο μάτι του λεβέντη φαλλού
Είδα το βαρβάτο φιλί του ήλιου
να ξυπνά τις πελώριες ρόγες
Είδα τη Λολίτα γριά
να πίνει όπιο απ’ τα χέρια του γητευτή της
να την εκδίδει ο παπάς της γειτονιάς
ο τρελός της ψυχής αστυνόμος
Είδα ιλίγγους από το πιοτό
πως γράφουν ποιήματα στις χωριατοπούλες
οι βλοσυροί επαρχιώτες οι πλασιέ ποιητικών ορμονών
οι δικηγόροι που ανακατεύουν τα δηλητήρια
Είδα την αιματουρία του εσταυρωμένου
πάνω στην άτριχη Παναγίτσα
Είδα εσένα μουνί που με γέννησες
να σπαρταράς στις οθόνες
Είδα εσάς γαμημένες βασίλισσες
νοικοκυρές με χρυσές αλυσίδες
να δοκιμάζετε της σκλαβιάς σας ζουμιά
να τρυπάτε τη σάρκα με τις φριχτές σας αγρύπνιες

LETTERA ALLA MUSA O ALLA FESSURA INNOCENTE

Un palinsesto logoro di vita turbolenta.
È così che si vince la morte. Offri carne nuda.
Solo le tombe sono reali. Petropoulos
non ha avuto il tempo di vedere i suoi cimiteri
parlare all’anima viziata del borghese.
Io ho trovato pace sotto le gonne.
Con ammirazione e stupore i poeti parlano di merda e cielo.
Hugo Wolff ha scritto le sue canzoni mangiando cipolle
-Nella notte umida, scavata la materia invisibile, la vostra nudità-.
Scrivo ora, come le ninfe si arrampicano sui letti. Come
Soddisfare le ragazze pazze che non si sono fatte leccare la figa.
I girasoli sono magici.
Capezzoli affilati nel vocabolario dei sacerdoti.
L’amore è l’eresia dell’amore.
La stupidità ha memoria
E soffre di crampi spirituali.
Ma ho ancora un gatto al mio capezzale. E sempre
Evito sempre  di distruggere i sentimenti.
Le poesie incarnano la morale della borghesia.
Conosco bene la mia musa dentro e fuori. Eppure rimango in silenzio.
Anatema pagano
Quelle persone nude che mi hanno lasciato
per amare la patria.
Ricordo e persevero
O fica, che gridi per essere baciata.
Chiamami a te.

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΟΥΣΑ Ή Η ΑΘΩΑ ΣΧΙΣΜΗ

Του ταραχώδους βίου ένα φθαρμένο παλίμψηστο.
Έτσι κερδίζουμε το θάνατο. Προσφέροντας σάρκα γυμνή.
Μόνον οι τάφοι είναι πραγματικοί. Ο Πετρόπουλος
δεν πρόλαβε να δει τα κοιμητήριά του να βγάζουν τη γλώσσα
στην κακομαθημένη ψυχή τού αστού.
Βρήκα τη γαλήνη κάτω απ’ τα φουστανάκια.
Με θαυμασμό και κατάπληξη ομιλούν οι ποιητές
για τα σκατά και τον ουρανό.
Ο Ούγκο Βόλφ έγραφε τα τραγούδια του τρώγοντας κρεμμύδια.
-Μες στην υγρή νύχτα λαξεμένη στην αόρατη ύλη η γύμνια σου-
Γράφω τώρα, πως σκαρφαλώνουν οι νύμφες στα κρεβάτια. Πως
γεμίζουν τα τρελάδικα κοπέλες που δεν τις έγλειψαν το μουνί.
Ηλιοτρόπια μαγαρισμένα.
Ρόγες ακονισμένες στο λεξιλόγιο των ιερέων.
Ο έρωτας είναι η αίρεσις του έρωτος.
Τα κουτορνίθια διαθέτουν αναμνήσεις
και παθαίνουν πνευματικές κράμπες.
Όμως, πάντα έχω στο προσκεφάλι μου ένα μουνί. Και πάντα
αποφεύγω να κατατεμαχίζω τα αισθήματα.
Τα ποιήματα τοξεύουν την ηθική των αστών.
Ξέρω τη Μούσα μου απέξω κι ανακατωτά. Κι όμως σιωπώ.
Ειδωλολατρικώς ανατέμνω
όσες γυμνές με άφησαν να αγαπώ την πατρίδα.
Να ρεμβάζω και να καρτερώ.
Ω! αιδοίον, που κλαίς για να σε φιλήσω.
Κάλεσέ με κοντά σου.

OGGI LE PAROLE SONO SPARITE

Oggi  non ci sono più parole
quando si vede gennaio ebbro come un satiro
fare satira sul bacio di una ragazza rumena nuda
quando si leggono
episodi di sodomia sul dark web
manifesti freudiani che portarono in America
la peste e l’Iliade.
Le ciambelle del dottore che gli ebrei gli  davano la sera
quando nelle sere in cui accarezzava i loro cuori gonfi
tirava con i denti  il filo del tampone
con malvagità sessuale su Gesù che gemeva,
lasciando che l’Edipo indossasse la cravatta
della gestione di crematori e supermercati
dei campi da gioco e delle serre a Manoláda
che annusano il chiacchiericcio del cuore arrabbiato
leccandosi le dita di fronte alle parole sibilanti di uno yuppie
discorsi di preti, psichiatri, teste di cazzo
che hanno sempre un finale orribile e indescrivibilmente
brutto

ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ ΕΒΑΛΑΝ ΣΤΑ ΠΟΔΙΑ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Σήμερα το έβαλαν στα πόδια οι λέξεις
βλέποντας το Γενάρη μεθυσμένο σάτυρο
να σατιρίζει το φιλί μιας γυμνής Ρουμάνας απ’ τη Ρουμανία
διαβάζοντας
περιστατικά σοδομισμού στο σκοτεινό διαδίκτυο
φροϋδικά μανιφέστα που φέραν στην Αμερική
την πανώλη και την Ιλιάδα
του δόκτορος κουφέτα που τού χαρίσαν οι εβραίες
τα βράδια που τους χάιδευε τη διογκωμένη καρδιά
που τους τραβούσε με τα δόντια το σχοινάκι του ταμπόν
τη σεξουαλική κακία του Ιησού μαγαρίζοντας
αφήνοντας τους Οιδίποδες να φοράνε γραβάτα
να διευθύνουν κρεματόρια και σούπερ μάρκετ
παιδικές χαρές και θερμοκήπια της Μανωλάδος
μυρίζοντας τη φλυαρία της θυμωμένης καρδιάς
γλείφοντας με τα δάχτυλα χυσόλογα του γιουπόρν
ομιλίες παπάδων ψυχιάτρων κωλομπαράδων
που έχουν πάντα φριχτό απερίγραπτο άσχημο τέλος

IN OSPEDALE O FIORI DI RIVERENZA

Ho sentito odore di inflessibile indifferenza da parte del medico.
L’infermiera stava curando i condannati a morte
Era come se li accarezzasse sulla guancia come una mamma.
E gli orologi tutti freddi boia scoordinati
Strumenti costosi come coltelli da cucina americani
Parenti che respiravano con la coda dell’occhio
Fatti di veglia e di iodio
Parlano meccanicamente del male che vortica
intorno ai baffi elettrici dell’umanità
Del sapone che qualcuno ha gettato nel cesso
sopra il cesso la capra campa sotto il cesso la capra crepa
Della candeggina che fa sparire lo sperma dei Forestieri
Di nonni che hanno tirato l’ultima gloriosa secca
Nazioni di terza età e di sudato turismo religioso
torte e ciambelle per i morti per dissenteria
 soldati esiliati che si sono schiantati
Il Lucifero che noleggia TV e videoregistratori
Cavi cateteri uteri di greche antiche vene varicose
porca madonna afa e il ventriloquo
del’ infermiera che ci dà sempre una spinta al morale con la sua
eloquenza carica del suo seno mentre
si china per leggere il termometro senza sapere
quanto stiano diventando ripidi i suoi capezzoli
Le nostre labbra affamate di cani rabbiosi incurabili sino alla fine

ΣΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ Ή ΑΝΘΗ ΕΥΛΑΒΕΙΑΣ

Μύρισα αυτή την άκαμπτη αδιαφορία του γιατρού
Η νοσοκόμα περιποιόταν τους θανατοποινίτες
Θαρρείς σα να τους χάιδευε στα κλεφτά σαν μανούλα
Και τα ρολόγια όλα ψυχροί ασυντόνιστοι δήμιοι
Ακριβή εργαλεία σαν τα κουζινομάχαιρα της Αμερικής
Οι συγγενείς αναπνέουν με την άκρη του ματιού
Ματιασμένοι απ’ την αγρύπνια και το ιώδιο
Μιλούν μηχανικά για το κακό που στροβιλίζεται
Γύρω απ’ τα ηλεκτρικά μουστάκια της ανθρωπότητας
Για το σαπούνι που κάποιος πέταξε μέσα στη χέστρα
Άσπρη χέστρα ξέξασπρη κι απ’ τον ήλιο ξεξασπρότερη
Χλωρίνες που εξαφανίζουν τα αρβανίτικα σπέρματα
Παππούδων που τράβηξαν την τελευταία ένδοξη μαλακία
Έθνη της τρίτης ηλικίας και ιδρώτες θρησκευτικού τουρισμού
Κόλλυβα και λουκούμια απονενοημένοι πανηγυρικοί
Δυσεντερίας εξοδούχοι φαντάροι που τράκαραν
Ο εωσφόρος που νοικιάζει τηλεοράσεις και βίντεο
Καθετήρες καλώδια παλιοελλαδίτικες μήτρες κιρσοί
Χριστοπαναγίες κουφόβραση και μια εγγαστρίμυθη
Νοσοκόμα που όλο μάς ανεβάζει ηθικά με κείνη
Τη φορτισμένη ευγλωττία των βυζιών της καθώς
Σκύβει για να διαβάσει το θερμόμετρο χωρίς να ξέρει
Πόσο απόκρημνες γίνονται οι ρόγες της πόσο
Τα χείλη μας λιμασμένα σκυλιά αγιάτρευτα μέχρι τέλους


Antonis Antonakos è nato nel 1972 ad Agrinio. Ha studiato matematica. Ha pubblicato poesie, racconti,libretti,  satira, articoli politici e opuscoli erotici. Promuove poesia su Internet, partecipando a varie riviste elettroniche, soprattutto in termini di diffusione di voci ed esperienze artistiche che sono destinate a rimanere ai margini della controversia poetica. Mantiene anche il suo spazio personale di espressione Stray Dog (dromos.wordpress.com) dove pubblica quasi quotidianamente. I suoi scritti sono stati ospitati su riviste e giornali letterari. Le sue poesie sono state tradotte in inglese, spagnolo, bulgaro e polacco. Alcuni dei suoi libri: L’autunno del soldato, La mitologia delle ragazze anonime, Amari di cinghiale, La musica dei campi, L’acrobata del circo, Degenerazione della Macula,  Good Wolf, Poetry in Sharing, Aikaterinis Theo-Disasters, Malakias Eulogy ecc.

Ο Αντώνης Αντωνάκος γεννήθηκε το 1972 στο Αγρίνιο. Σπούδασε μαθηματικά. Έχει δημοσιεύσει ποίηση, διήγημα, λίβελο, σάτιρα, πολιτικά άρθρα και ερωτικές μπροσούρες. Ενδιαφέρεται για την προώθηση της ποίησης στο διαδίκτυο, συμμετέχοντας σε διάφορα ηλεκτρονικά περιοδικά, ιδίως όσον αφορά τη διάδοση φωνών και καλλιτεχνικών εμπειριών που προορίζονται να μείνουν στο περιθώριο της ποιητικής διαμάχης. Διατηρεί επίσης, τον προσωπικό χώρο έκφρασης Αδέσποτος Σκύλος (dromos.wordpress.com) όπου δημοσιεύει σχεδόν καθημερινά. Γραπτά του έχουν φιλοξενηθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Ισπανικά Βουλγαρικά και Πολωνικά. Μερικά βιβλία του: Το Φθινόπωρο του Στρατιώτη, Η Μυθολογία των Ανώνυμων Κοριτσιών, Αγριοβατόμουρα Πικρά, Η Μουσική των Αγρών, Ο Ακροβάτης τού Τσίρκου, Εκφυλισμός της  Ωχράς Κηλίδας, Καλός Λύκος, Τζογάρει η Ποίηση στο Μοίρασμα, Αικατερίνης Θεομηνίες, Μαλακίας Εγκώμιον κ.α

Exit mobile version