Panajota Tsianojanni – Due poesie

Traduzione a cura di Crescenzio Sangiglio


Il bacio
volevo qualcosa di tuo mamma Averlo per amuleto
mi sono chinata e un bacio mi desti sulla bocca
nel fazzoletto avvolto
In gola un nido ho costruito
per preservare quel bacio
parecchi anni ci ho messo ad abituarmi alle sue grinze
finchè spuntarono sulla pelle
Mamma sto invecchiando
ha preso a sfilacciarsi il bacio
ogni errore… una ruga
sulla lingua fa capolino, lì lo nascondo
trattengo il respiro
non dovesse scappare per errore
Sono anni che cerco un’ombra
dove appoggiar il tuo bacio furtivo
ad asciugarsi senza sole
Voglio fare una bocca, appenderla
pur’ io avvolgerla in un pezzo di carta
Con gli angoli tagliati, gli sfili tutt’intorno
cellula da cellula però a vincere il tempo
a produrre labbra maschili e femminili con rossetto vermiglio
A cantare
non la tristezza mi ha vinto mamma il futuro del nostro bacio mi vince
ansioso di avvolgersi nel mio fazzoletto
infilarsi nella bocca di mio figlio
Ma io stessa simile a bambino m’avvolgo attorno a lui
Scalza calpesto la strada mamma,
in pieno mezzogiorno estivo
ho cominciato ormai a bruciare
nulla di me è rimasto
solo un bacio
senza carta, senza fazzoletto
un bacio
custodito in bocca
senza nessuno cui darlo

Το φιλί
ήθελα κάτι από σένα μάνα Να το χω φυλαχτό
έσκυψα και μου ‘δωσες ένα φιλί στο στόμα
τυλιγμένο στο μαντήλι
Έχτισα μια φωλιά στο λάρυγγα
να σώσω το φιλί
πήρε χρόνια να συνηθίσω τις ζάρες του
μέχρι που εκείνες φάνηκαν στο δέρμα
Γερνάω μάνα
άρχισε το φιλί να ξεφτά
κάθε λάθος… ρυτίδα
τρυπώνει στη γλώσσα, το κρύβω εκεί
την ανάσα κρατώ
μη φύγει κατά λάθος
Χρόνια γυρεύω μια σκιά
να ακουμπήσω το κρυμμένο σου φιλί
ανήλια να στεγνώσει
Να φτιάξω ένα στόμα, να το κρεμάσω
να το τυλίξω κι εγώ σ’ ένα χαρτί
Με κομμένες άκρες, με ξέφτια γύρω του
μα κύτταρο από κύτταρο να νικήσει το χρόνο
να φτιάξει χείλη αρσενικά και θηλυκά με κόκκινο κραγιόν
Να τραγουδά
δε με νίκησε η θλίψη μάνα με νικά το μέλλον του φιλιού μας
αγωνιά να τυλιχθεί στο δικό μου μαντήλι
να χωθεί στο στόμα του δικού μου παιδιού
Μα η ίδια όμοια με παιδί τυλίγομαι γύρω του
Πατάω ξυπόλυτη στο δρόμο μάνα,
καταμεσήμερο καλοκαιριού
άρχισα πια να καίγομαι
τίποτα δεν απέμεινε από μένα
μονάχα ένα φιλί
δίχως χαρτί, δίχως μαντήλι
ένα φιλί
φυλαγμένο στο στόμα
που δεν έχω πού να το δώσω

Lumino
sul soffitto la spalla,
piote sul pavimento
un rene all’angolo, le mani sul divano
i capelli…
da anni mi affanno ad allungarli
abbotono le mani,
sfioro la testa
odor di bruciato
Peccato
foto gettate per terra
di sopra le cosce
tra vetri e immagini,
il torace negli elementi del termosifone
nel mezzo un’icona della Madonna,
la stringo, scivola tra le dita
sollevo le gambe
di nuovo scivola
con cura la poso
sui fiori dorati
la bocca asciutta
accanto alla foto della mamma
la Moét dell’amica Tina
rosa come i sogni delle ragazzine
spezzo il collo
Succhio
fuoriesce dalle narici
bagna le mascelle
lava il tappeto
mi sdraio e succhio con la lingua i nodi
alcol e seta bruciata
Vita prostituta
pendente vasetto da fiori
nascondi il terriccio, nella vernice rossa
nastri di marmo
con un nome inciso
su questa terra nulla regalo
con le unghie scavo le viscere
voglio un sudario che mi nasconda
fiori per soffocar gli odori
falce recida i capelli
nelle aie danzerò
vestita a festa
tutt’intera
nelle palme i fiori dorati
non voglio una seconda vita
un’altra morte voglio

Καντήλι
στο ταβάνι ο ώμος,
πέλματα στο πάτωμα
ένας νεφρός στη γωνία, τα χέρια στον καναπέ
τα μαλλιά…
χρόνια παλεύω να μακρύνουν
κουμπώνω τα χέρια,
αγγίζω το κρανίο
μυρωδιά καμένου
Κρίμα
φωτογραφίες πεταμένες στο πάτωμα
από πάνω τα μπούτια
μέσα σε γυαλιά και εικόνες
ο θώρακας στις φέτες του καλοριφέρ
ανάμεσα μια εικόνα της Παναγίας
την κρατάω, γλιστρά από τα δάχτυλα
σηκώνω τρεις γάμπες
πάλι γλιστρά
την ακουμπώ με προσοχή
στα χρυσαφιά λουλούδια
το στόμα στεγνό
πλάι στη φωτογραφία της μαμάς
η Moét της φίλης Τίνας
ροζ όπως τα κοριτσίστικα όνειρα
σπάω το λαιμό
Ρουφάω
βγαίνει από τα ρουθούνια
βρέχει τα σαγόνια
πλένει το χαλί
ξαπλώνω και με τη γλώσσα ρουφώ τους κόμπους
οινόπνευμα και μετάξι καμένο
Πόρνη ζωή
γλαστράκι κρεμασμένο
κρύβεις το χώμα, στη κόκκινη μπογιά
κορδέλες από μάρμαρο,
με όνομα χαραγμένο
σ’ αυτό το χώμα τίποτα δεν χαρίζω
σκάβω με νύχια τα σωθικά
θέλω ένα σάβανο να με κρύψει
άνθη να πνίξουν τις οσμές
δρεπάνι ας κόψει τα μαλλιά
στα αλώνια να χορέψω
με το καλό το ρούχο
ολόκληρη
στη χούφτα τα χρυσαφιά λουλούδια
δε θέλω δεύτερη ζωή
μα έναν ακόμα θάνατο

Panajota Tsianojanni è nata e vive a Làrissa in Tessaglia. È avvocata, ma anche scrittrice e poeta. Agisce altresì nell’ambito del teatro. Sue prose e poesie sono state pubblicate in Piìn – Rivista di Arte Poetica, Bibliothèque – Rifratta Biblioteca Digitale, Frear – Rivista Letteraria Elettronica, Ali d’oca – Giornale Periodico di Letteratura Scelta e Exitirion – Edizioni digitali a contenuto libero. È allieva del poeta-scrittore Sotiris Pastakas.

Η Παναγιώτα Τσιανογιάννη γεννήθηκε και ζει στη Λάρισα. Είναι Δικηγόρος και ασχολείται με τη συγγραφή και το θέατρο. Πεζά και ποιήματα της, έχουν δημοσιευτεί στο Ποιείν-Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης, στην Bibliotheque-Τεθλασμένη Ψηφιακή Βιβλιοθήκη, στο ηλεκτρονικό Φρέαρ – Λογοτεχνικό Περιοδικό, στα Φτερά Χήνας-Περιοδικό Φύλλο Επιλεγμένης Λογοτεχνίας και στο Εξιτήριον-Ψηφιακές εκδόσεις ανοικτού περιεχομένου. Είναι μαθήτρια του ποιητή και συγγραφέα Σωτήρη Παστάκα.

1 Comment

  1. Eccezionale sia il testo che la traduzione. Moderno nello stupore del corpo che reclama la propria unità . Doloroso nella consapevolezza della frantumazione del mondo attorno

    Mi piace

Rispondi

Inserisci i tuoi dati qui sotto o clicca su un'icona per effettuare l'accesso:

Logo WordPress.com

Stai commentando usando il tuo account WordPress.com. Chiudi sessione /  Modifica )

Google photo

Stai commentando usando il tuo account Google. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto Twitter

Stai commentando usando il tuo account Twitter. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto di Facebook

Stai commentando usando il tuo account Facebook. Chiudi sessione /  Modifica )

Connessione a %s...