Sotirios Pastakas – Xanthi/ Ξάνθη

Traduzione a cura di Crescenzo Sangiglio

Xanthi

Un bacarozzo fermo

tra il lavandino

e lo specchio, immobile,

là nel mezzo del tragitto

sopra il muro grigio.

Ancora gli stessi identici

passi sul selciato

tal-tak i tacchetti

nelle viuzze,

il passo spedito

di una passante che attira

tak-tak gli sguardi

degli uomini tak-tak

li attira e li trattiene

sulla sua gonna corta,

sulla sue cosce

si arrampicano,

diventano un bacarozzo

si fermano sui fianchi

sguardi insetti

sguardi striscianti

fino alla flessibile cinta,

il seno opulento,

le mammelle protese

che prime giungono

sul filo degli ammicchi

maschili. Uomini

che ammiccano

da ogni parte,

fanno cenni

sempre gli stessi identici,

escogitano gli uomini

espedienti, trucchetti,

sofismi,

complimenti.

I caffè

pieni di uomini,

quattro a quattro

seduti insieme,

uomini in piedi

fermi

sul marciapiede

in posizione di attesa,

si chinano a spegnere

la cicca della sigaretta,

uno si abbassa

per allacciarsi il laccio della scarpa,

un altro che si ferma

d’un tratto per salutarti

con un semplice buongiorno,

un altro ancora che volge

il capo mentre stai passando

e ti fa un fischio,

e quello che sta sbigottito

all’ingresso della macelleria

e indugia a farsi da parte

per farti passare  una scusa

mormorando a mezza voce,

il fornaio che ti sorride

il merciaio che ti dice

“oggi è davvero bella,

signorina”

il fruttivendolo t’offre

mezza melagrana,

e quell’altro ti saluta

scampanellando

sulla bicicletta

una ritmica melodia.

Le stesse strade,

gli stessi uomini,

lo stesso percorso

nientemeno che ventisette anni

argento vivo gli sguardi

su di te ed altri

a pendere

granelli rossi

al tuo collo,

il viaggio sugli omeri

con la maglietta scollata

visto che lo permettono ancora

i sensuali tepori

di ottobre,

gli uccelli cinguettano,

le macchine sfrecciano,

gli uomini si soffermano,

i tuoi lombi dondolano

sopra gli stivali coi tacchi vertiginosi,

le giornate scemano,

nelle strade e nelle piazze

i tuoi ammiratori di ieri

invecchiano adolescenti

nei medesimi caffè,

riserva inesauribile

di entusiasmi la provincia,

vista trapiantata

ci conduce sempre

alle solite strade,

e quando ci perdiamo

sempre due passi

più in là una finestra

socchiusa, un gelsomino

fiorito, tu che acconci

i tuoi capelli,

con la vita sottile ed elegante

una sagoma

abbassa il capo

davanti al Monumento agli Eroi

evitando la canna

della mitragliera

e di nascosto si mette

il rossetto, di nascosto

invia sms

sul cellulare

sotto il tavolo,

rifiuta una chiamata,

si mette fuori rete

o tiene il telefono chiuso

per un terzo del tempo,

riceve mazzi di fiori da ignoti

rose rosse

bocche socchiuse per un bacio,

labbra vermiglie,

labbra che sanno golose

addentare una mela,

tagliare un filo

tra i denti, cucire

il silenzio e sorridere,

discorsi tinteggiati,

baci su una panchina,

una farfalla posata

in cima ad una foglia,

scappatoia per girovaghi

e mendicanti nel frastuono

delle strade, ancora il tuo volto.

Il tuo volto intessuto

ricamo a mano,

su una vetrina,

dentro una vetrina

dietro ai vetri

di un caffè decine

di volti maschili,

il tuo viso sopra

un vetro, indugi,

aggiusti un po’ le tue ciglia,

provi a sorridere,

affretti nuovamente il passo,

emergi, viaggi,

sparisci, riappari,

il tuo viso si altera,

indistinta la tua sembianza,

solo le tue ciglia

e i tuoi occhi saranno nostri,

dei nostri concittadini

il naso di tuo padre,

la folla di mani

che ancora non t’hanno sfiorato,

le parole che non t’hanno ferito,

gli abbracci che non t’hanno stordito,

informi lineamenti di amanti,

spontanee esaltazioni,

passioni incomprensibili, idee fisse,

imprevedibili amori,

flirt precari,

frettoloso sesso – sempre

inatteso amore.

Affretta il tuo passo

spartisci il tuo corpo

fermati e ascolta

la musica della città,

odora una frase musicale,

una nota che preannuncia

un pezzo strumentale di Chazidakis,

ammira la tua flessibile ombra

negli sguardi degli uomini,

ascolta le confessioni degli uomini

in un uomo che si distacca

dalla folla e ti segue

passo a passo a distanza

d’innamorato fino a casa,

perchè la casa è fatta

di pietra, di labbra e di mani

la stanza in disordine

di una ragazza, lenzuola sottosopra,

si spoglia avvolta

nei vapori del bagno

col bacarozzo che

conclude il suo cammino,

lo specchio nudo,

mia figlia fa il bagno

dopo la passeggiata

presso l’Unione per il Progresso

di Xanthi.

————————-

1) Città della Macedonia centrale.

Ξάνθη

Μια κατσαρίδα σταματημένη

ανάμεσα στο νιπτήρα

και τον καθρέφτη, ακίνητη,

εκεί στα μισά της διαδρομής

πάνω στον γκρίζο τοίχο.

Πάλι τα ίδια και τα ίδια

βήματα στα καλντερίμια

τακ-τακ τα τακουνάκια

στα δρομάκια,

ο γρήγορος βηματισμός

μιας περαστικής που μαζεύει

τακ-τακ τα βλέμματα

των ανδρών τακ-τακ

τα μαζεύει και τα παίρνει

στην κοντή της φούστα,

σκαρφαλώνουν

στα μπούτια της,

μια κατσαρίδα γίνονται

σταματούν στο γοφό της

βλέμματα-έντομα

βλέμματα έρποντα

ως την εύκαμπτη μέση,

το πλούσιο στήθος,

τα προτεταμένα βυζιά

που τερματίζουν πρώτα

στο νήμα των αντρικών

νευμάτων. Άντρες

που νεύουν

από παντού,

κάνουν νοήματα

πάλι τα ίδια και τα ίδια,

επινοούν οι άντρες

κόλπα, τερτίπια,

σοφίσματα,

φιλοφρονήματα.

Τα καφενεία

γεμάτα άντρες,

να κάθονται σε καρέκλες

τέσσερις-τέσσερις μαζί,

άντρες όρθιοι

να στέκονται

στο πεζοδρόμιο

σε στάση αναμονής,

να σκύβουν να σβήσουν

τη γόπα του τσιγάρου τους,

ένας που σκύβει

να δέσει τα κορδόνια του,

ένας που σταματάει

απότομα και σε χαιρετάει

με μια απλή καλημέρα,

ένας που γυρίζει

το κεφάλι του καθώς περνάς

και σου σφυρίζει,

ένας που στέκει αποσβολωμένος

στην είσοδο του κρεοπωλείου

και παραμερίζει με καθυστέρηση

για να περάσεις, ψελλίζοντας

μια άφωνη συγγνώμη,

ο φούρναρης σου χαμογελάει,

ο ψιλικατζής σου λέει

«στις ομορφιές σας σήμερα,

δεσποινίς»,

ο μανάβης σου προσφέρει

μισό σπασμένο ρόδι,

ο άλλος σε χαιρετάει

με το κουδουνάκι

του ποδηλάτου του,

ρυθμικά και μελωδικά.

Οι ίδιοι δρόμοι,

οι ίδιοι άντρες,

η ίδια διαδρομή

είκοσι εφτά ολόκληρα χρόνια

υδράργυρος τα βλέμματα

πάνω σου, και κάποια άλλα

να κρέμονται

κόκκινες χάντρες

στο λαιμό σου,

το ταξίδι στη ράχη

με το έξωμο μπλουζάκι

αφού το επιτρέπουν ακόμη

οι φιλήδονες λιακάδες

του Οκτωβρίου,

τα πουλιά κελαηδούν,

τ΄ αυτοκίνητα τρέχουν,

οι άντρες κοντοστέκονται,

οι γλουτοί σου λικνίζονται

πάνω σε ψιλοτάκουνες μπότες,

οι ημέρες κονταίνουν,

σε δρόμους και πλατείες

οι χθεσινοί σου θαυμαστές

γηράσκουν έφηβοι

στα ίδια καφενεία,

ανεξάντλητο απόθεμα

ενθουσιασμών η επαρχεία,

μεταμοσχευμένη όραση

μας οδηγεί στους ίδιους

πάντα δρόμους,

κι όταν χανόμαστε

πάντα δυο βήματα

πιο πέρα, ένα μισάνοιχτο

παράθυρο, ένα ανθισμένο

γιασεμί, να τακτοποιείς

τα μαλλιά σου,

μεσάτη και κομψή

μια σιλουέτα

στο Ηρώο σκύβει

το κεφάλι της

να αποφεύγει την κάνη

του πολυβόλου

και βάζει κραγιόν

στα κλεφτά, στέλνει

στα κρυφά εσεμές

με το κινητό

κάτω απ΄ το τραπέζι,

απορρίπτει μια κλίση,

βρίσκεται εκτός δικτύου

ή έχει το τηλέφωνό της κλειστό

το ένα τρίτο του χρόνου,

δέχεται ανθοδέσμες από αγνώστους

κόκκινα τριαντάφυλλα

στόματα μισάνοιχτα για φιλί,

κόκκινα χείλια,

χείλια που ξέρουν λαίμαργα

να δαγκώνουν ένα μήλο,

να σπάνε μια κλωστή

στα δόντια τους, να ράβουν

τη σιωπή και να χαμογελάνε,

βαμμένες ομιλίες,

φιλιά σ΄ ένα παγκάκι,

μια πεταλούδα σταματημένη

στην άκρη ενός φύλλου,

διέξοδος για γυρολόγους

και ζητιάνους, μες στη βουή

των δρόμων, πάλι το πρόσωπό σου.

Το πρόσωπό σου υφαντό

κέντημα στο χέρι,

πάνω σε μια βιτρίνα,

μέσα από μια βιτρίνα

πίσω από τα τζάμια

ενός καφενείου δεκάδες

αντρικά πρόσωπα,

το πρόσωπό σου πάνω

σ’ ένα τζάμι, κοντοστέκεσαι

διορθώνεις λίγο τις βλεφαρίδες σου,

δοκιμάζεις ένα χαμόγελο,

ξανοίγεις πάλι το βήμα σου,

αναδύεσαι, ταξιδεύεις,

χάνεσαι, έρχεσαι,

το πρόσωπό σου αλλοιώνεται,

η μορφή σου ακαθόριστη,

τα βλέφαρά σου μόνον

και τα μάτια θάναι δικά μας,

των συμπολιτών μας

η μύτη του πατέρα σου,

το πλήθος των χεριών

που δεν σ΄ έχουν ακόμη αγγίξει,

οι λέξεις δεν σ΄ έχουν πληγώσει,

οι αγκαλιές δεν σ΄ έχουν ζαλίσει,

ασχημάτιστα προφίλ εραστών,

απροσχημάτιστες εξάψεις,

ανεξήγητα πάθη, εμμονές,

απρόβλεπτοι έρωτες,

πρόχειρα φλερτ,

βιαστικό σεξ – πάντα

αγάπη αναπάντεχη.

Άνοιξε το βήμα σου

μοίρασε το σώμα σου

στάσου και αφουγκράσου

τη μουσική της πολιτείας,

οσφρήσου μια μουσική φράση,

μια νότα που προαναγγέλλει

ένα οργανικό του Χατζιδάκι,

στις ματιές των αντρών

καμάρωσε τη λυγερή σκιά σου,

άκουσε τις αντρικές εξομολογήσεις

σ΄ έναν που ξεκόβει

απ΄ το πλήθος και σ΄ ακολουθεί

βήμα-βήμα σ΄ απόσταση

ερωτευμένου μέχρι το σπίτι,

γιατί το σπίτι είναι κτισμένο

από πέτρα, χείλια και χέρια

μια ακατάστατη κοριτσίστικη

κάμαρα, ατακτοποίητα σεντόνια,

μες στους ατμούς

του μπάνιου γδύνεται

με την κατσαρίδα να έχει

διαγράψει την πορεία της,

ο καθρέφτης γυμνός,

η κόρη μου λούζεται

μετά τη βόλτα της

στη Φιλοπρόοδο ΄Ενωση

Ξάνθης.

1 Comment

Rispondi

Inserisci i tuoi dati qui sotto o clicca su un'icona per effettuare l'accesso:

Logo WordPress.com

Stai commentando usando il tuo account WordPress.com. Chiudi sessione /  Modifica )

Google+ photo

Stai commentando usando il tuo account Google+. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto Twitter

Stai commentando usando il tuo account Twitter. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto di Facebook

Stai commentando usando il tuo account Facebook. Chiudi sessione /  Modifica )

Connessione a %s...