Vanghelis Tassiopulos – Poesie

Traduzione a cura di Crescenzio Sangiglio

Η επινόηση των θαυμάτων

Γάτοι τυμβωρύχοι τα παράθυρα μοιράσανε και κάθε τόσο ξύνουνε τις ιστορίες τους οι αυτόχθονεςˑ  είχαν αναχωρήσει προ πολλού κι οι μνήμες ασθενούσαν. θάλασσες στεριές κι αιώνες η απόσταση. Κράτησαν ζωντανή την εμφύλια διαμάχη, τους διωγμούς, το χρέος, τη νίκη. αναγεννηθέν το έθνος μ’ ασβέστη μπόλικο υποκρισία και παιάνες σε πανηγύρια στέναζε.  δεκαδικά μιας ζωής που αναστέλλεται με προεξάρχουσα την ακεραία βία. φυλά το νυχτοπούλι τα ερείπια στα όνειρα: το ανάθεμα πληγή/ λύσης της συνέχειας. ακούω το λαχάνιασμα του έμπειρου λαγού και ταξιδεύω την αγρύπνια μου στο χάος. «οι έφοδοι πάντα στις ρωγμές κι η καταβύθιση στην πρώτη αρχή μ’ απελευθέρωναν, ήταν το βάθος η ηλικία της αθωότητάς μου» ομολογούσε ο σοφός πρίγκιπας με τα γαλάζια μάτια μελετώντας το βουνό που άφηνε την ηδονή στη θάλασσα. Ήρεμα γλιστρούσε τότε η βάρκα στα νερά απόθετε ο ψαράς τις προσδοκίες κοιτάζοντας το έρημο φεγγάρι και ξαναγύριζε στη σπουδή της ερωμένης του η ηδονή του, βρεγμένα χείλη,  αφρόψαρα και ταραχή μεγάλη. γυναίκα εφήμερη ξοδεμένη σε μια νύχτα η καημός του.

L’invenzione dei miracoli

Gatti tombaroli si sono spartiti le finestre e ogni tanto i nativi incidono le proprie storie: già da parecchio tempo  erano partiti e i ricordi si affievolivano. mari terreferme e secoli la distanza. Hanno mantenuto vivi i dissidi intestini, le persecuzioni, il dovere. la vittoria. rinata la nazione con abbondante calce ipocrisia e inni gemeva nelle fiere. decimali di una vita che si sospende con prevalente la prefetta violenza. nei sogni l’uccello notturno fa la guardia alle rovine: l’anatema piaga/ soluzione di continuità. sento l’ansito della valente lepre e nel caos trascino la mia veglia. «gli assalti sempre alle fessure e l’affondamento nel primo principio mi liberavano, era la profondità l’età della mia innocenza» confessava il principe saggio con gli occhi azzurri scrutando la montagna che versava la voluttà nel mare . Allora quieta la barca scivolava sull’acqua il pescatore deponeva le aspettative guardando la luna deserta e ritornava alla solerzia della sua amante la sua voluttà, labbra umide, pesci di superficie e gran tumulto. effimera donna consunta in una notte il suo tormento.

από συνήθεια

Με την πεποίθηση πως ήταν τυχαία όλα αυτά

άναψε το τσιγάρο.

Η οχλοβοή του δρόμου ανακατευόταν με το

ξάφνιασμα της συνάντησης.

Τα τελευταία ψιλά χύθηκαν στα βήματα και

χάθηκαν.

Όσο μπορώ επιστρέφω, σκέφτηκε.

Είχε τρυγήσει το αμπέλι από τότε που είδε να

χάνεται σκιά στον παρακείμενο λίβα

κι έπειτα να ταπεινώνεται στ’ αθόρυβα

με τις επιμειξίες.

Το στολισμένο μπαλκόνι, τα γαλάζια παράθυρα

κι ο οργασμός της βουκαμβίλιας:

αυτή αναρριχόμενη.

Κάθε νύχτα που ανοίγεις την εφημερίδα για τα

μπαγιάτικα νέα,

κάποιος χτυπά το ρόπτρο

κι εσύ αποφασίζεις από συνήθεια.

per abitudine

Convinto che tutto ciò fosse casuale

accese la sigaretta.

Il clamore della strada si mescolava con la

sorpresa dell’incontro.

Gli ultimi spiccioli si rovesciarono sui passi

si dispersero.

Per quanto possibile io ritorno, pensò.

Aveva vendemmiato la vigna da quando aveva visto

l’ombra perdersi nel vicino libeccio

e poi umiliarsi in silenzio

coi matrimoni misti.

Il balcone addobbato, le finestre azzurre

e la concitazione della bugamvillea:

quella rampicante.

Ogni notte che apri il giornale per le

stantie notizie

qualcuno batte il picchiotto

e tu decidi per abitudine.

Τα ενώτια

Οι νύχτες του καιρού διεκδικούν μικρές ρωγμές στα ακροκέραμα ύστερα επιστρέφουν στα κουρασμένα αγάλματα την ηλικία τους.

Μεταθανάτιες ιστορίες σκόρπιες εδώ κι εκεί διαιρούνται σε υποθέσεις: τα ρόδα της αυλής μου, για να ξέρεις,  δε χωράνε στον παράδεισο, μονάχα αδειάζουν την οξυδέρκεια στους αναβράζοντες χυμούς των φυλλοβόλων κι εκεί σωπαίνουν. έπειτα φτάνουν τα καχύποπτα κοτσύφια, κορυδαλλοί και πέρδικες χωρίς ελπίδαˑ πτηνά εντοιχισμένα αδημονούν για τις μικρές ρωγμές και τις ρυτίδες.  από τότε η θάλασσα είχε σκοπό ν’ αποκαλύψει τα μεγέθη και τη διάρκεια, του έρωτα το λίγο και τον σαφή ανεπούλωτο λόγο που εκκρεμούσε…

Le notti del tempo rivendicano piccole fessure nelle antefisse poi restituiscono alle statue stanche la loro età.

Storie dopo la morte qua e là sparse si ripartiscono in ipotesi: le rose del mio giardino, che tu sappia, non hanno posto nel paradiso, solo svuotano la chiaroveggenza nei succhi gorgoglianti delle piante caduche e lì tacciono. poi arrivano i merli sospettosi, le allodole e le pernici senza speranza; volatili murati s’inquietano per le piccole fessure e le rughe. da allora il mare aveva l’intenzione di rivelare le grandezze e la durata, la pochezza dell’amore e la chiara irrimarginata parola rimasta a mezz’aria…

Μελπομένη

Έφτασε με το ποδήλατο, κοριτσάκι στα καλά του, όλο ευδαιμονία και χάρη. Σκανδαλίστηκαν στην ευωδιά της ηδονής οι νουνεχείς απόμαχοι. Έπαιξε με το φως η γύμνια της καθώς την  υπερασπίστηκε με το δεξί της χέρι εισχωρώντας στην πυκνή βλάστηση. Η ομορφιά συντόμευε τη δράση του ελιξιρίου. Σαύρες και φαιοπράσινα πτηνά στα μάρμαρα. Ο κόσμος δίχως παράθυρα στα δυο της μάτια. Η Μελπομένη άφησε γι’ ακόμη μια φορά τη γύμνια της να εισρεύσει στο αβαείο. Εγκόσμιοι καιροί απαθανάτιζαν τη σκόνη που αναδυόταν, όταν η μεγαλοπρέπεια χωρούσε στην πιο μικρή της έγνοια:  να υποδυθεί ό, τι δεν ήταν. Έτσι σήκωσε τελετουργικά το τροχοφόρο και πήρε το δρόμο προς τη θάλασσα. Λευκή φιγούρα στα όνειρα.  Παράξενη κι αγία στον ατέρμονα παράδεισο.

Melpomene

Giunse in bicicletta, fanciullina nel suo splendore, tutta grazia e felicità.  Nel profumo della voluttà si scandalizzarono gli assennati vegliardi. La sua nudità si trastullò con la luce mentre la proteggeva con la mano destra  penetrando nella densa vegetazione. La bellezza abbreviava l’effetto dell’elisir. Lucertole e verdechiari volatili sopra i marmi. Nei suoi occhi il mondo senza finestre. Ancora una volta Melpomene lasciò la sua nudità affluire nell’abbazia. Tempi mondani immortalavano la polvere che emergeva, quando la magnificenza era contenuta nella sua minima apprensione: diventar ciò che non era. Così ritualmente sollevò il rotabile e prese la strada verso il mare. Candida sembianza nei sogni. Ambigua e santa nell’interminabile paradiso.

*

Vanghelis Tassiòpulos è nato a Meligalàs in Messenia nel Peloponneso il 1959. Ha studiato Pedagogia all’Università di Salonicco e Civiltà Ellenica. Attualmente vive e lavora a Salonicco dove insegna scrittura creativa nel quadro di un programma dell’Università.

Raccolte poetiche: L’epoca della Primavera(1983), La novità della strada(1987), La lacrima di Polifemo(1992), La memoria del silenzio(1995), Poesie, 1979-1995(1999), Le lamie della torbida profondità(1999), Grana(2007), Le ballate delle cose agevoli(2017).

Altresì, nove volumi du poesia, racconti e favole per bambini.                                                           

Rispondi

Inserisci i tuoi dati qui sotto o clicca su un'icona per effettuare l'accesso:

Logo di WordPress.com

Stai commentando usando il tuo account WordPress.com. Chiudi sessione /  Modifica )

Google photo

Stai commentando usando il tuo account Google. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto Twitter

Stai commentando usando il tuo account Twitter. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto di Facebook

Stai commentando usando il tuo account Facebook. Chiudi sessione /  Modifica )

Connessione a %s...