Chloe Koutsoubeli – Tre poesie

Traduzione di Crescenzo Sangiglio

(I)
LA FESTA DELLA MAMMA

Avevo anch’io una mamma.
Tutti hanno diritto ad averne una.
Non sapeva cucinare.
Ricamava pietanze sulla tovaglia.
Mio fratello aveva sempre fame.
Io ingrassavo di continuo.
Alla fine, quando ci abbandonò,
acquistammo ujna pentola a pressione.
Una valvola aperta fischiava continuamente.
Fuori controllo la casa rotolava sui binari.
Un capo stazione tinse di nero
prima il papà e poi il fratello.
Il che provocava scarabocchi sulla carta.
Sulla foto i corpi
con un buco zero al posto della faccia.
Finalmente la mamma fu il solo superstite.
Ha perfino comprato un libro di cucina.
Ormai prepara dei piatti squisiti per uno solo in cucina.

ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ

Είχα κι εγώ μια μητέρα.
Όλοι δικαιούνται από μια.
Δεν ήξερε να μαγειρεύει.
Στο τραπεζομάντηλο κεντούσε φαγητά.
Ο αδελφός όλο πεινούσε.
Εγώ πάχαινα συνέχεια.
Όταν τελικά μας εγκατέλειψε,
αγοράσαμε χύτρα ταχύτητας.
Μια ανοιχτή βαλβίδα σφύριζε συνέχεια.
Το σπίτι κυλούσε ανεξέλεγκτα στις ράγιες.
Ένας σταθμάρχης έβαψε μαύρο
πρώτα τον πατέρα και ύστερα τον αδελφό.
Αυτό δημιούργησε μουντζούρες στο χαρτί.
Στην φωτογραφία υπήρχαν τα κορμιά
με μια τρύπα μηδενικό στην θέση των προσώπων.
Τελικά απέμεινε η μητέρα.
Απέκτησε μάλιστα οδηγό μαγειρικής.
Μαγειρεύει πια θεσπέσια δείπνα για έναν στην κουζίνα.

* * *

(II)

APPUNTAMENTO ALL’ARCO[1]

Ci eravamo dati appuntamento.
(Una relazione eccezionalmente breve.
Ai diciotto anni chiedesti come mi chiamassi.
Con sincerità ti risposi “non lo so”
giacchè davvero chi mai conosce il nome).
C’ incontrammo all’Arco.
Quel giorno
la Torre Bianca[2] somigliava a una giraffa
fumi avvolgevano la città
da qualche parte lontano un odor d’incendio
nel cimitero ebraico rubavano le lastre
portavi una stella gialla
ed io la divisa di un vecchio cavaliere.
Il millennio era già scaduto.
La via Aristotele vaporava piccioni.
Folti i bastioni s’accigliavano.
Nella Città Alta un’osteria
era rimasta ancora aperta per noi.
È la fine del mondo dicesti.
Al ritorno mi baciasti sulla bocca.
All’appuntamento all’Arco
non sei mai venuto
ed io non sono mai arrivata per intera.

[1] Kamàra (Arco o Arcata), viene chiamato l’Arco di Galerio che attualmente si trova a fianco della centrale e commerciale vie Egnatìa (Egmazia).
[2] È chiamata così la Torre veneziana posta sul lungomare di Thessaloniki(Salonicco), prigione e luogo di torture in epoca turca, ora museo.

ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΜΑΡΑ

Είχαμε δώσει ραντεβού.
(Η σχέση εξαιρετικά βραχύβια.
Στα δεκαοκτώ χρόνια ρώτησες πώς με λένε.
Σου απάντησα ειλικρινά «δεν ξέρω»
αφού ποιος στ’ αλήθεια γνωρίζει ποτέ τ’ όνομα).
Βρεθήκαμε Καμάρα.
Εκείνη την ημέρα
ο Λευκός Πύργος έμοιαζε καμηλοπάρδαλη
καπνοί έζωναν την πόλη
κάπου μακριά μύριζε πυρκαγιά
στα εβραϊκά νεκροταφεία έκλεβαν τις πλάκες
φορούσες ένα κίτρινο αστέρι
κι εγώ μία στολή παλιού ιππότη.
Η χιλιετηρίδα είχε ήδη λήξει.
Η Αριστοτέλους άχνιζε περιστέρια.
Τα κάστρα συνοφρυώνονταν δασιά.
Μία ταβέρνα στην Άνω Πόλη
παρέμεινε ακόμα ανοιχτή για μας.
Είναι το τέλος του κόσμου είπες.
Στον γυρισμό με φίλησες στο στόμα.
Στο ραντεβού που δώσαμε Καμάρα
Εσύ ποτέ δεν ήρθες
Κι εγώ ποτέ δεν έφτασα ολόκληρη.

* * *

(III)
RARENTI ISTANTEI

Solo brina.
Altro che fissione
o incandescenza.
Tutt’ al più una istantanea fusione.
Come qualcuno si fa un taglio al dito
e unisce al proprio l’altrui sangue?
Come qualcuno scrive una nuova poesia
già però da tempo letta da un altro?
Come un cervo incurante bevendo acqua
al fiume scorge
riflesso il cacciatore
e rimane di pietra?
Come due persone in Groenlandia l’una
a Parigi l’altra
che non sapranno mai come si chiamano
colgono nel medesimo istante un fiocco di neve
e nella propria lingua ciascuno mòrmora
“ancora”.
Similmente il nostro incontro
al semaforo
quando per un secondo
uno ha riconosciuto l’altro
e poi ciascuno ha proseguito
la propria strada nel freddo.

ΣΤΙΓΜΙΑΙΟΙ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ

Μόνο πάχνη.
Και δεν μιλάμε για σχάση,
ούτε πυράκτωση.
Ίσως στιγμιαία κράση.
Πως κάνει κάποιος μια τομή στο δάχτυλο
και ενώνει το αίμα με άλλο αίμα;
Πως γράφει κάποιος νέο ποίημα
που ο άλλος από παλιά έχει διαβάσει;
Πως ένα ελάφι ενώ πίνει αμέριμνα νερό
αντικρίζει στο ποτάμι
την αντανάκλαση του κυνηγού
και παραλύει;
Πως δύο άνθρωποι ο ένας στην Γροιλανδία
και ο άλλος στο Παρίσι
και δεν θα μάθουν ποτέ ο ένας τα’ όνομα του άλλου
έπιασαν την ίδια στιγμή στο χέρι μια νιφάδα
και ψέλλισε ο καθένας στη γλώσσα του
«ξανά».
Έτσι ήταν εκείνη η συνάντηση των δυο τους
στο φανάρι
όταν για ένα δευτερόλεπτο
ο ένας αναγνώρισε τον άλλο,
κι ύστερα τράβηξε ο καθένας
τον δρόμο του στο κρύο.

* * *

Chloe Koutsoubeli è nata a Salonicco nel 1962. Ha studiato giurisprudenza e ha lavorato nel settore bancario. Ha pubblicato; nove raccolte di poesie, due romanzi e due opere teatrali.

Η Χλόη Κουτσουμπέλη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1962. Σπούδασε Νομική και δούλεψε στον τραπεζικό τομέα. Έχει εκδώσει εννέα ποιητικές συλλογές, δύο μυθιστορήματα και δύο θεατρικά.

Rispondi

Inserisci i tuoi dati qui sotto o clicca su un'icona per effettuare l'accesso:

Logo di WordPress.com

Stai commentando usando il tuo account WordPress.com. Chiudi sessione /  Modifica )

Google photo

Stai commentando usando il tuo account Google. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto Twitter

Stai commentando usando il tuo account Twitter. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto di Facebook

Stai commentando usando il tuo account Facebook. Chiudi sessione /  Modifica )

Connessione a %s...