Kostis Papakogos – Poesie

Traduzione a cura di Crescenzio Sangiglio. Fotografia di Irene Larsson

*

IL TEMPO


A mezzanotte uscì per strada
con l’orologio del campanile
tra le braccia.

Rossi verdi celesti gialli
i suoi occhi baluginavano, sorrideva furtivo
La città non si è sottomessa! diceva

Rossi verdi celesti gialli
anche gli ingranaggi dell’orologio
sul suo petto fosforeggiavano.

Allo spuntar del giorno le lancette
cominciano a girare inpazzite.

Facevano un rumore tremendo tagliando
la notte in grossi pezzi
triturando le tenebre in polvere bianca.

Un vento infuocato soffiava
stridevano le giunture dei morti
in alto negli alberi a malapena svegliati.


Ο ΧΡΟΝΟΣ


Βγήκε μεσάνυχτα στους δρόμους
με το ρολόγι του καμπαναριού
στην αγκαλιά του.

Κόκκινα πράσινα γαλάζια κίτρινα
αναβοσβήναν τα μάτια του, κρυφογελούσε:
Η πολιτεία δεν υποτάχτηκε! έλεγε.

Κόκκινα πράσινα γαλάζια κίτρινα
και τα ελατήρια απ’ το ρολόγι
φωσφόριζαν μες στο δικό του στήθος.

Προς τα χαράματα άρχισαν να γυρίζουν
δαιμονισμένα οι λεπτοδείχτες –

Έκαναν τρομερό θόρυβο καθώς κόβαν
τη νύχτα σε χοντρά κομμάτια
κι άλεθαν το σκοτάδι σ’ άσπρη σκόνη.

Φυσούσε αγέρας πυρωμένος έτριζαν
οι κλειδώσεις των σκοτωμένων
ψηλά στ’ αγουροξυπνημένα δέντρα.

*

DÈI MORTALI


Tutto il paese s’è riempito di dèi leggiadri –
le fabbriche le strade i giardini pubblici
in mezzo ai manifestanti sopra
le biciclette azzurre e nelle spiagge.

Grosse farfalle indossano come cappelli
masticano gomme americane fingono
spensierati di leggere i giornali.

Dèi leggiadri con le labbra verdissime
che bisbigliano le nostre azioni
all’orecchio del diavolo per anni e anni –

Dèi significativi giacchè portano
con sè sopra le biciclette azzurre
le loro spoglie e la nostra storia viva.



ΘΝΗΤΟΙ ΘΕΟΙ


Γέμισε ο τόπος όμορφους θεούς –
στα εργοστάσια στους δρόμους στα πάρκα
ανάμεσα στους διαδηλωτές απάνω
στα γαλανά ποδήλατα και στις παραλίες.

Φορούν μεγάλες πεταλούδες για καπέλα
μασούν τσίχλες αμερικάνικες κάνουν
ότι διαβάζουν ξένοιαστα τις εφημερίδες.

Ωραίοι θεοί με καταπράσινα χείλια
που ψιθυρίζουν τις πράξεις μας
στου διαβόλου το αφτί χρόνια και χρόνια –

Θεοί βαρυσήμαντοι μιας και κουβαλούν
πάνω στα γαλανά ποδήλατα
τα πτώματά τους και τη ζωντανή μας ιστορία.

*

I VINCITORI


Non avevano bandiere bianche appesero
le loro mutande agli alberi delle navi
per segnalare la vittoria.

Sul pontile la folla
mosto bollente e lo scampanìo
rame infuocato che fluiva.

Nella calca cinque-o-sei poliziotti
qua e là andavano sorridendo:

Che coincidenza, dicevano, così tanto somigliano
a manette le corone di alloro che teniamo!

Che coincidenza! rispondeva la gente
in delirio per la vittoria.

Nell’acqua profondamente si specchiavano i nauti
appesi per i piedi: non udivano
nè gli applausi nè gli evviva.

Solitari nel trionfo e nel calvario
solitari con le loro bandiere
e il sole impalato sugli alberi delle navi.


ΟΙ ΝΙΚΗΤΕΣ


Άσπρες παντιέρες δεν είχαν κρέμασαν
τα σώβρακά τους στα κατάρτια
να δώσουν το σινιάλο της νίκης.

Στην προκυμαία έβραζε
μούστος το ψυχομέτρι κι έρεε πύρινος
χαλκός η κωδωνοκρουσία.

Μες στο συνωστισμό πηγαινοέρχονταν
πεντέξι χωροφύλακες χαμογελώντας:

Τί σύμπτωση, λέγαν, να μοιάζουν τόσο
τα δαφνοστέφανα που κρατάμε με χειροπέδες!

Τί σύμπτωση! αποκρίνονταν κι ο κόσμος
αλλοπαρμένος απ’ τη νίκη.

Βαθιά στα νερά καθρεφτίζονταν οι ναύτες
κρεμασμένοι ανάποδα∙ δεν άκουγαν
μήτε χειροκροτήματα μήτε ζητωκραυγές.

Μόνοι στο θρίαμβο και στο μαρτύριο
μόνοι με τις παντιέρες τους
και τον παλουκωμένον ήλιο στα κατάρτια.

*

LE ULTIME ORE


Tutti gli volevano bene. Quando capirono
che stava per esalare l’ultimo respiro lo presero
e lo rinchiusero nel congelatore.

Era un buon parente – chissà
forse un giorno la scienza avrebbe fatto
il miracolo di risuscitarlo.

Qualche giorno dopo aprirono per prendere delle vivande
ma null’altro vi trovarono che scatolette vuote –
tutto aveva divorato il defunto.

Lo tolsero allora dal congelatore
tutta la notte lo lasciarono fuori a scongelarsi
e giunto il mattino lo seppellirono, pieni di rabbia.



ΤΑ ΣΤΕΡΝΑ


Τον αγαπούσαν όλοι∙ όταν κατάλαβαν
πως θα παράδινε πνεύμα τον πήραν
και τον έκλεισαν στην κατάψυξη.

Ήταν καλός συγγενής – ποιος ξέρει
μπορεί κάποτε η επιστήμη να ‘κανε
το θάμα της να τον αναστήσει.

Σε λίγες ώρες άνοιξαν να πάρουν τρόφιμα
δε βρήκαν όμως άλλο παρά κουτιά άδεια –
τα ‘χε καταβροχθίσει όλα ο μακαρίτης.

Τον έβγαλαν τότε απ’ την κατάψυξη
τον άφησαν όλη τη νύχτα να ξεπαγώσει
και το πρωί τον έθαψαν οργισμένοι.

*

*

Kostìs Papakogos è nato il 1936 a Pachùri, cittadina della catena montuosa di Pindos nel Nord Ovest della Grecia. Negli anni ’60 si è stabilito in Svezia, a Stoccolma, dove tuttora vive. Sino a oggi ha pubblicato 29 libri di poesie e prose

Rispondi

Inserisci i tuoi dati qui sotto o clicca su un'icona per effettuare l'accesso:

Logo di WordPress.com

Stai commentando usando il tuo account WordPress.com. Chiudi sessione /  Modifica )

Google photo

Stai commentando usando il tuo account Google. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto Twitter

Stai commentando usando il tuo account Twitter. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto di Facebook

Stai commentando usando il tuo account Facebook. Chiudi sessione /  Modifica )

Connessione a %s...