traduzione di Maria Allo
in collaborazione con Exitirion
Antologia dei poeti greci contemporanei
secondo Sotirios Pastakas
ΚΙ ΑΣ ΜΗ ΔΙΑΒΑΣΑΝΕ ΠΟΤΕ ΤΟΥΣ «ΑΝΤΙΓΟΝΗ»
Τα ασθενοφόρα πάνε κι έρχονται.
Από τα επείγοντα βγαίνει μια μυρωδιά γνώριμη κι ανυπόφορη.
Ζέστη πρώιμη κι ο αέρας πηχτός και κίτρινος.
Στις ζαρντινιέρες αγριόχορτα, πλαστικά ποτήρια κι αποτσίγαρα.
Τα ασανσέρ ανεβοκατεβαίνουν γεμάτα κόσμο.
Πρώτη χειρουργική, τρίτη παθολογική, πρώτη καρδιοχειρουργική, πέμπτος όροφος.
Οι διάδρομοι ατέλειωτοι κι όταν περνάς
κοιτάς κλεφτά μες στους θαλάμους
τις μεσήλικες γυναίκες που
γέννησαν τα παιδιά τους κι ύστερα στέρεψαν
τα πάντρεψαν κι ύστερα σώπασαν
μεγάλωσαν τα εγγόνια τους και
τώρα
ξεπροβοδίζουν τους γέροντες.
Σκυφτές ταΐζουν
ισιώνουν τα σεντόνια
αλλάζουν τη θέση του μαξιλαριού
καμιά φορά κρατούν μες την παλάμη τους για ώρα
τα κυρτά δάχτυλα και περιμένουν
ν’ ακούσουν
μιαν ευχή η μια συγνώμη.
Ψάχνουν στις τσέπες τους ψιλά για τα βαρκάτικα
ραντίζουν με θαλασσινό νερό
κι αφήνουν ένα βαζάκι γλυκό του κουταλιού κάτω από
το μαξιλάρι των ετοιμοθάνατων.
Με τα πρησμένα πόδια τους, τα αχτένιστα μαλλιά τους
τα οστεοπορωμένα κόκαλα, τα πλαδαρά μεριά
τα κρεμασμένα στήθια με την ξινή τη μυρωδιά
έτσι
έτσι σηκώνουν πότε πότε το κεφάλι και μυρίζουν
τον αέρα που μπαίνει απ´τα μισάνοιχτα παράθυρα
γυρεύουνε τη μυρωδιά της πασχαλιάς
το «χαίρε» των Χαιρετισμών.
Κι ύστερα
«πέρασε η ώρα, στο σπίτι θα ‘χει ανέβει το ζυμάρι», μουρμουρίζουν
κι ας λένε πως,
ποτέ δεν πιάσανε ζυμάρι και προζύμι.
Στο δρόμο για τη στάση του λεωφορείου, βλέπουν το είδωλο τους
στα τζάμια των καταστημάτων, και δεν τους θυμίζει απολύτως τίποτα.
—ανέκδοτο
ANCHE SE NON HANNO MAI LETTO “ANTIGONE”
Le ambulanze vanno e vengono.
Dal pronto soccorso fuoriesce un odore familiare e insopportabile.
Caldo precoce e aria densa e gialla.
Nelle fioriere erbacce, bicchieri di plastica e mozziconi di sigaretta.
Gli ascensori salgono e scendono, sempre colmi di gente.
Prima chirurgica, terza medica, prima cardiochirurgica, quinto piano.
I corridoi sono infiniti e quando ci passi davanti,
sbirci nelle corsie
delle donne di mezza età
che hanno dato alla luce i loro figli e poi
si sono inaridite
li hanno sposati e poi si sono acquietate
hanno cresciuto i loro nipoti e
adesso
accompagnano i vecchi.
Incurvate danno da mangiare
raddrizzano le lenzuola
aggiustano la posizione del cuscino
a volte lo tengono in mano per un’ora
con le loro dita ricurve in attesa
di ascoltare
un augurio o una scusa.
Cercano nelle loro tasche gli spiccioli per il traghettatore
si cospargono di acqua di mare
e lasciano un vasetto di dolce al cucchiaio
sotto il cuscino dei moribondi.
Con i loro piedi gonfi e i capelli disordinati,
le loro ossa con osteoporosi, i loro fianchi flaccidi
i loro seni cadenti dall’odore aspro
così
così che di tanto in tanto alzano la testa e annusano
l’aria che entra dalle finestre socchiuse
cercano il profumo del lillà
il «salve» dei Salmi la settimana Santa.
E poi:
«È tardi, a casa sarà già lievitata la pasta», mormorano,
anche se dicono
che non hanno mai impastato né pasta né lievito.
Mentre si recano alla fermata dell’autobus, vedono il loro riflesso
nelle vetrine dei negozi, ma non viene loro in mente nulla.
—inedita
ΑΣΩΜΑΤΟΣ ΚΕΦΑΛΗ
Τώρα λένε πως ήσουν ένα σκουπίδι.
Μα ήσουν μόνο, το μικρό λαστιχένιο κεφάλι μιας κούκλας.
Που ασώματο είχα βρει.
Σκουπίδι, σκουπίδι στο ρέμα.
Μου έφτανε και μου περίσσευε αν θες να ξέρεις.
Άλλωστε, ποτέ δεν είχα μια κούκλα ολόκληρη.
Να ξέρω πώς νοιώθει κανείς.
Αλλά η μητέρα —που δεν την λένε σκουπίδι—
Δεν επέτρεπε να της θυμίζουν τις απουσίες.
Γι’ αυτό, μου τ’ άρπαξε και το πέταξε στη φωτιά.
Να το κοιτώ να λιώνει.
Έτσι είναι που συντάχτηκα
Μια κι έξω
Με τ’ αποκαΐδια.
—ανέκδοτο
TESTA SENZA CORPO
Ora dicono che eri un rifiuto.
Ma eri solo la piccola testa di gomma di una bambola.
Che avevo trovato senza corpo.
Un rifiuto, un rifiuto nel torrente.
Mi bastava e avanzava, se vuoi saperlo.
Del resto, non avevo mai avuto una bambola intera.
Per sapere come ci si sente.
Ma mia madre –che non la chiamano rifiuto–
Non permetteva che le ricordassero le assenze.
Perciò, me lo strappò di mano e lo gettò nel fuoco.
A guardarlo sciogliersi.
È così che mi sono schierata
Tutta d’un colpo
Con le ceneri.
—inedita
Antonia Botonaki e Luigi Riccio leggono la poesia inedita “TESTA SENZA CORPO” di Antonia Botonaki
ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ
Θα ’ναι Απρίλης γλυκός ή Οκτώβρης;
Θα ’ναι αυγούλα ή δείλι;
Στην ποταμιά θα κελαηδάει η σουσουράδα
ή πέρα, στην αγκαθωτή βατομουριά ο τρυποφράχτης;
Στο ξέφωτο θα λιάζονται τα κούμαρα, τα κράνα, τα μελίκοκα
ή θα πυρώνουνε στα βράχια οι πεταλίδες κι οι αχινοί;
Θα φυσάει λίβας ή μπάτης;
Θα ’ναι στη μέση μιας καταιγίδας ή στη σιωπή του θέρους;
Όταν η καμπάνα για μένα χτυπήσει
τι θα ’ναι;
Τουλάχιστον ας πέθαινε κανείς με τον τρόπο τους.
Να του δινόταν η χάρη.
Όπως πεθαίνει ένα δέντρο.
Ένα πουλί.
Ένα πεσμένο φύλλο.
Άνευ απαιτήσεων αθανασίας.
Άνευ απαιτήσεων «αλήστου μνήμης».
—από “Τη γλώσσα της την πέταξαν στη γάτα” (Θράκα, 2024)
ALMENO
Sarà aprile dolce o ottobre?
Sarà alba o tramonto?
Alla riva del fiume canterà la ballerina bianca
o laggiù, sul rovo spinoso, il fiorrancino?
Nella radura si scalderanno al sole i corbezzoli, i corniole, le albicocche selvatiche,
o arderanno sulle rocce le patelle e i ricci?
Soffierà il libeccio o la brezza marina?
Sarà nel mezzo di una tempesta o nel silenzio dell’estate?
Quando per me suonerà la campana,
che cosa sarà?
Almeno, che si potesse morire come loro.
Che gli fosse concessa questa grazia.
Come muore un albero.
Un uccello.
Una foglia caduta.
Senza pretese d’immortalità.
Senza pretese di essere «indimenticabile».
—da “La sua lingua è stata gettata al gatto” (2024)
ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ
Να ‘ναι που κόντεψε το Πάσχα και δε βαστιούνται οι μενεξέδες;
ή που η μάνα ξέχασε το δρόμο για τ’ αμπέλι μας
κι όλο στους τάφους πάει;
Ή μήπως οι ψαλμοί, ο ήχος της καμπάνας, κι η μυρωδιά του λιβανιού;
Μα προ παντός, αυτό το ”Κύριε, μεθ’ ημών γενού”
κι η απουσία Του;
Να το ξέρεις, πως όλο και πιο συχνά
καθώς πλένω τα πιάτα, ή κόβω μια φέτα καρπούζι
που δεν μπορώ να φάω την “καρδιά’’ κι ας λαχταρώ
—πάντα δική σου ήταν βλέπεις—
Καθώς στέκω εκεί, με την ποδιά, κι αφουγκράζομαι τη σιωπή
αυτήν, που αντηχεί απ’ τα βήματα σου
αφήνω στην άκρη καρδιά και μαχαίρι —πάντα δίπλα δίπλα—
και Σε φωνάζω
σαν να μην έλειψες ποτέ.
Μετρά η φωνή μου σαν τη φωνή του γκιώνη
την απόσταση τοίχο τον τοίχο
μα δε σε βρίσκει και ξαναγυρίζει.
«Όρφάνεψα» μου λέει.
Όρφάνεψα Εμού.
—από “Τέρμα Θεού” (Ιωλκός, 2021)
NOSTALGIA
Sarà perché si avvicina la Pasqua e le violette non si trattengono?
O perché la mamma ha dimenticato la strada per la nostra vigna
e va sempre e solo alle tombe?
O forse i salmi, il suono della campana e l’odore dell’incenso?
Ma soprattutto, quel “Signore, sii con noi”
e la Sua assenza?
Sappi, che sempre più spesso
mentre lavo i piatti, o taglio una fetta d’anguria
che non riesco a mangiare il “cuore”, anche se lo desidero tanto
—era sempre tuo, capisci—
Mentre sto lì, con il grembiule addosso, e ascolto il silenzio,
quel silenzio che risuona dei tuoi passi,
lascio da parte il cuore e il coltello —sempre fianco a fianco—
e Ti chiamo,
come se non fossi mai andato via.
La mia voce, come quella dell’assiolo,
misura la distanza da muro a muro,
ma non ti trova e torna indietro.
«Sono rimasta orfana», mi dice.
Orfana di Me stessa.
—da “In capo al mondo” (2021)
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ α ́- β ́
Κάθε πρωί τον θάβω.
Και κάθε βράδυ το μνήμα αφήνει.
Τον θάνατο πατεί.
Κι έρχεται πάλι κλαίγοντας.
Παράξενος νεκρός.
Σαν ζούσε, όλο έφευγε.
Και τώρα όλο επιστρέφει.
Ρωτά ο νεκρός:
Γιατί δεν μ’ έκλαψες;
Τι να του πω;
Τον έκλαιγα όσο ζούσε.
Θα ‘πρεπε να ‘ναι ευχαριστημένος.
—από “Τη γλώσσα της την πέταξαν στη γάτα” (Θράκα, 2024)
ROMANZO a – b
Ogni mattina lo seppellisco.
E ogni sera lascia la tomba.
Calpesta la morte.
E torna di nuovo piangendo.
Strano morto.
Quando era vivo, se ne andava sempre.
E ora torna continuamente.
Chiede il morto:
Perché non hai pianto per me?
Cosa posso dirgli?
Ho pianto per lui quando era in vita.
Dovrebbe essere felice.
—da “La sua lingua è stata gettata al gatto” (2024)
ΕΡΗΜΗΝ
Μα τι θα ήτανε το σύννεφο
το φύλλο
το μεγάλο φορτηγό πλοίο
που περνάει τα μεσάνυχτα το Ντρέικ
τι θα ‘ταν ο Θεός;
Είμαι εγώ που
δίνω σχήμα και χρώμα και φορτίο στα σύννεφα
Και είμαι εγώ που
κάνω τα φύλλα βαθυκόκκινα να πέφτουν
Κι η θάλασσα
μετρά, μόνο επειδή εγώ το μέτρο αναγνωρίζω
Κι αλίμονο
αν ερήμην μου έπλεαν τα φορτηγά τις νύχτες
στα τρομερά περάσματα
—από “Τη γλώσσα της την πέταξαν στη γάτα” (Θράκα, 2024)
IN ASSENZA
Ma cosa sarebbe la nuvola,
la foglia,
la grande nave cargo
che attraversa il Drake a mezzanotte,
cosa sarebbe Dio?
Sono io che
do forma, colore e carico alle nuvole.
E sono io che
faccio cadere le foglie, rosse e profonde.
E il mare
esiste solo perché io ne riconosco la misura.
E guai
se, in mia assenza, le navi cargo navigassero di notte
nei passaggi terrificanti.
—da “La sua lingua è stata gettata al gatto” (2024)
Η Αντωνία Μποτονάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης με τέσσερα σπίτια. Έχει εκδώσει ένα μυθιστόρημα και τρεις ποιητικές συλλογές. Έχει τιμηθεί με το βραβείο Ζαν Μορεάς και ήταν υποψήφια για το κρατικό βραβείο ποίησης. Αγαπάει τα άγρια πλάσματα της στεριάς και της θάλασσας.
Antonia Botonaki è nata e cresciuta in un villaggio di montagna di Creta costituito da quattro case. Ha pubblicato un romanzo e tre raccolte di poesie ed è stata insignita del premio Jean Moreas ed è stata nominata per il premio statale di poesia. Ama le creature selvagge della terra e del mare.
CONTINUA A LEGGERE
Antologia dei poeti greci contemporanei:









Lascia un commento